

Στραβισμός
Ο στραβισμός είναι μία κατάσταση κατά την οποία τα δύο μάτια δεν ευθυγραμμίζονται σωστά και κοιτούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ένα μάτι μπορεί να κοιτά ευθεία μπροστά, ενώ το άλλο να στρέφεται προς τα μέσα, έξω, επάνω ή κάτω. Η διαταραχή αυτή μπορεί να είναι μόνιμη ή διαλείπουσα, να εμφανίζεται σε παιδιά ή ενήλικες και να επηρεάζει την οπτική ικανότητα, την αντίληψη του βάθους και την καθημερινή λειτουργικότητα.
Η αιτιολογία του στραβισμού ποικίλλει. Μπορεί να είναι συγγενής, να σχετίζεται με διαθλαστικές ανωμαλίες, νευρολογικές διαταραχές, τραύματα ή ακόμα και να εμφανίζεται χωρίς εμφανή αιτία. Στα παιδιά, λόγω κάποιων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, δίδεται η λανθασμένη εντύπωση ότι τα μάτια του παιδιού στρέφονται προς τη μύτη, ειδικά όταν στρίβει το κεφάλι ή/και το βλέμμα. Καθώς όμως το παιδί μεγαλώνει, η ανατομία του προσώπου αλλάζει, οπότε η αίσθηση ότι υπάρχει στραβισμός προοδευτικά μειώνεται και τελικά εξαφανίζεται. Η οφθαλμολογική εξέταση μπορεί να διαγνώσει αν υπάρχει αληθής στραβισμός ή όχι.
Η διάγνωση γίνεται με πλήρη οφθαλμολογική και ορθοπτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί ο τύπος, ο βαθμός και η κινητικότητα των ματιών. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την αιτία και μπορεί να περιλαμβάνει τη χρήση γυαλιών ή πρισμάτων, θεραπεία αμβλυωπίας, ασκήσεις σύγκλισης ή, όταν απαιτείται, χειρουργική επέμβαση στους μύες των ματιών για αποκατάσταση της ευθυγράμμισης.
Η σωστή και έγκαιρη παρέμβαση είναι καθοριστική για τη λειτουργική αποκατάσταση της διόφθαλμης όρασης και την ψυχολογική ισορροπία του ασθενούς. Ο στραβισμός, αν και συχνά συνδέεται με την παιδική ηλικία, μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιτυχία σε κάθε ηλικία με τα κατάλληλα μέσα. Στα παιδιά, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, οδηγεί σε αμβλυωπία (τεμπέλικο μάτι), καθώς ο εγκέφαλος αγνοεί την εικόνα από το μάτι που αποκλίνει για να αποφύγει τη διπλή όραση (διπλωπία) κι έτσι το πάσχον μάτι δεν μαθαίνει ποτέ να βλέπει σωστά, κατάσταση μη αναστρέψιμη, αν διαγνωσθεί μετά την ηλικία των 9-10 ετών.
